
Σοφία Παυλάκη, Δικηγόρος, M.Sc. Δασική & Περιβαλλοντική πολιτική, μέλος Επιστ. Συμβουλίου Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος & Βιωσιμότητας
Ομιλία στο πλαίσιο ενημερωτικής εκδήλωσης που διοργάνωσε ο Δήμος Μακρακώμης και η «Πρωτοβουλία για την Προστασία της Ορεινής Δυτικής Φθιώτιδας», την 23/8/2026, στην Πλατεία Ακρίδα Σπερχειάδας.
Η ομιλία αυτή στόχο έχει να αναδείξει τις δυσμενείς επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον των Μικρών Υδροηλεκτρικών έργων, από τα οποία πλήττεται και η περιοχή της Σπερχειάδας, με πιο πρόσφατη την περίπτωση της ανάρτησης στη δημόσια διαβούλευση του ΜΥΗΕ στη θέση «Παλιόμυλος» Σπερχειάδας. Πρόκειται για ένα έργο με επαχθείς συνέπειες σε μία περιοχή ιδιαίτερης ομορφιάς και οικολογικής αξίας, η οποία προορίζεται να θυσιαστεί για την παραγωγή ελάχιστης ενέργειας με την παραχώρηση και του δωρεάν, δημόσιου και κοινόχρηστου αγαθού του νερού στον ιδιώτη επενδυτή.
Η πολιτεία αρέσκεται να βαφτίζει τις επεμβάσεις στη φύση με ονομασίες που έχουν θετικό πρόσημο. Έτσι ακούμε συχνά να γίνεται λόγος για «μικρά υδροηλεκτρικά», «αιολικά πάρκα», «πράσινη ανάπτυξη». Η πραγματικότητα όμως δεν αργεί να διαψεύσει τις αρχικές εντυπώσεις.

Τα μικρά υδροηλεκτρικά έργα που δρομολογούνται στην περιοχή απειλούν οικοσυστήματα μοναδικής αξίας που περιλαμβάνουν ακόμα και οικοτόπους προτεραιότητας, σπάνια και ενδημικά είδη και απειλούμενα είδη του Κόκκινου Καταλόγου. Οι μελέτες τους αδυνατούν κατά κανόνα να διασφαλίσουν ότι δεν θα προκληθούν μη αναστρέψιμες αλλοιώσεις του περιβάλλοντος, κατά παράβαση της Ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής νομοθεσίας και αντίθετα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις αποφάσεις του οποίου η διοίκηση οφείλει να συμμορφώνεται (άρθ. 95 Συντ.). Ειδικά για ΜΥΗΕ σε περιοχές Natura, η έλλειψη προκαθορισμένων στόχων διατήρησης επιβάλλει την εφαρμογή της «αρχής της προφύλαξης» του ευρωπαϊκού δικαίου, δηλαδή την αποχή από τα έργα και τη ματαίωσή τους στο σύνολό τους.
Με τα έργα αυτά συντελούνται στην πλειονότητα των περιπτώσεων παραβιάσεις της εθνικής και ευρωπαϊκής νομοθεσίας για την προστασία του πόσιμου νερού, των γλυκών και υπογείων υδάτων από τη ρύπανση και την υποβάθμιση και του Ευρωπαϊκού Κανονισμού για την Αποκατάσταση της Φύσης που απαιτεί άρση των πάσης φύσεως εμποδίων και φραγμάτων σε όλα τα ποτάμια και τους υδάτινους πόρους σε ευρωπαϊκό έδαφος με ορίζοντα το 2030 και τη λήψη όλων των απαραίτητων μέτρων για τη βελτίωση των οικοτόπων, των ειδών και των αγρίων πτηνών των γλυκών υδάτων.
Με την εκμετάλλευση των υδάτινων πόρων της περιοχής από τον επενδυτή απειλείται άμεσα όχι μόνο η ποιότητα, αλλά και η επάρκεια του νερού και η μελλοντική διαθεσιμότητά του για τις ανάγκες ύδρευσης και άρδευσης, αφού τα έργα αυτά αντλούν κατά κανόνα νερό από το σύνολο του υδροφόρου ορίζοντα της περιοχής, κατά παράβαση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για τα ύδατα που ορίζει ότι η χρήση του νερού για ύδρευση έχει προτεραιότητα έναντι κάθε άλλης χρήσης.
Από την παραχώρηση ρεμάτων και ποταμών στους ιδιώτες επενδυτές πλήττεται και ο δημόσιος και κοινόχρηστος χαρακτήρας του νερού σε βάρος της φύσης και του κοινωνικού συνόλου, αφού για τις ανάγκες της επένδυσης δεσμεύεται το δημόσιο, κοινόχρηστο και αδιαπραγμάτευτο περιβαλλοντικό αγαθό του νερού για την εξυπηρέτηση ενός ιδιωτικού τεχνικού έργου. Και όλα αυτά μολονότι από τους υδάτινους πόρους και από την καλή ποιότητα και την επάρκειά τους εξαρτάται άμεσα η ισορροπία και η βιωσιμότητα των οικοσυστημάτων, αλλά και η ευημερία και το μέλλον της τοπικής κοινωνίας και της οικονομίας που στηρίζονται, εδώ και αιώνες, στην ήπια ανάπτυξη, στον πρωτογενή τομέα παραγωγής και σε παραδοσιακές μορφές απασχόλησης.

Για την κατασκευή και λειτουργία μικρών υδροηλεκτρικών έργων απαιτείται κατά κανόνα η διάνοιξη νέας οδοποιίας, η ανέγερση κτηρίων υδροηλεκτρικών σταθμών από οπλισμένο σκυρόδεμα σε επαφή με ρέματα και ποτάμια, ενώ διενεργούνται αποψιλώσεις, εκσκαφές και εκχερσώσεις συχνά μέσα σε ανέγγιχτα δασικά οικοσυστήματα απαράμιλλης οικολογικής αξίας και ομορφιάς. Το μοναδικό φυσικό τοπίο της περιοχής αλλοιώνεται οριστικά, μετατρεπόμενο σε βιομηχανικό εργοτάξιο με διαρκή όχληση από θορύβους, εκπομπές, απορρίψεις υγρών αποβλήτων, κινδύνους προσβολής των δασών από πλατάνους από το μεταχρωματικό έλκος λόγω της λειτουργίας μηχανολογικής εγκατάστασης δίπλα σε υπεραιωνόβια πλατάνια, πάνω στο ριζικό τους σύστημα.
Συχνά στις εγκαταστάσεις τέτοιων έργων χρησιμοποιούνται επικίνδυνα υλικά όπως τα πάνελ πολυουρεθάνης, η οποία είναι εξαιρετικά εύφλεκτο υλικό, καθιστώντας το έργο μόνιμη απειλή για πυρκαγιά στο δάσος και πολύ κοντά στους οικισμούς, ενώ από τη δέσμευση του νερού για τις ανάγκες των έργων μειώνεται και η ζωτική για τα έλατα δρόσος και η υγρασία του εδάφους καταδικάζοντας τα ελατοδάση της περιοχής σε ξηράνσεις.
Στην πλειονότητά τους οι μελέτες παρουσιάζουν τα έργα ως δήθεν μηδενικού περιβαλλοντικού αποτυπώματος αναλισκόμενες μέσα από τις εκατοντάδες σελίδες τους στην άσκοπη αναφορά πλήθους γενικών πληροφοριών, χωρίς ωστόσο να τεκμηριώνουν τις επικαλούμενες μηδενικές επιπτώσεις τους με επαληθεύσιμα επιστημονικά στοιχεία, σε πλήρη αντίθεση με τις σύγχρονες προδιαγραφές της Ευρ. Επιτροπής για την εκτίμηση σχεδίων και έργων και τις δεσμεύσεις που επιβάλλουν τα οικεία Σχέδια Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Ποταμών για τα οικοσυστήματα.
Ενόψει όλων αυτών, οι τοπικές κοινωνίες έχουν αναλάβει το δύσκολο και απαιτητικό έργο της προστασίας του τόπου τους από τις επιπτώσεις των έργων με όλες τις αναγκαίες νομικές και διοικητικές ενέργειες, αιτήσεις, προσφυγές που μπορούν να ασκήσουν, μολονότι κατά το Σύνταγμα η ουσιαστική και αποτελεσματική προστασία του περιβάλλοντος είναι υποχρέωση και καθήκον της πολιτείας.
Τα Μικρά υδροηλεκτρικά έργα οπουδήποτε χωροθετούνται και αδειοδοτούνται οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στην αποψίλωση της περιοχής από την υπάρχουσα βλάστηση και στη θυσία δασικών, ορεινών και υδάτινων οικοσυστημάτων που διατηρήθηκαν ανέπαφα για χιλιάδες χρόνια, για την παραγωγή ελάχιστης ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία δεν πρόκειται καν να διατεθεί στους κατοίκους, αλλά κατά κανόνα διοχετεύεται στο κεντρικό δίκτυο της χώρας -ίσως ακόμα και στο εξωτερικό. Ταυτόχρονα, το φυσικό περιβάλλον της περιοχής που αποτελεί δικαίωμα του καθενός, δημόσιο πόρο και κοινόχρηστο αγαθό κατά το Σύνταγμα και τους νόμους, μετατρέπεται σε δωρεάν αντικείμενο εκμετάλλευσης και κερδοφορίας μιας ιδιωτικής εταιρείας, του επενδυτή.
Τα προβλήματα που εγείρονται θα πρέπει να εξετάζονται σε συνάρτηση και με το γεγονός ότι στην ευρύτερη αυτή κάθε τέτοιου έργου εκκρεμούν σήμερα προς αδειοδότηση δεκάδες άλλα ενεργειακά έργα που απειλούν με εξάντληση τους φυσικούς πόρους και τα οικοσυστήματα προσβάλλοντας τη φέρουσα ικανότητά τους, δηλαδή την ικανότητά τους να δεχτούν ανθρωπογενείς επεμβάσεις παραμένοντας βιώσιμα εις το διηνεκές.
Γενικά η αδειοδότηση μικρών υδροηλεκτρικών έργων παρεμποδίζει τον ελεύθερο ρου των ποταμών ακόμα και κοντά στις πηγές τους, οδηγώντας στο στράγγισμα ρεμάτων, λιμνών και ποταμών και σε εκτεταμένη ξηρασία. Τα έργα αυτά κατακερματίζουν το υδάτινο δυναμικό της περιοχής εγκατάστασής τους για την παραγωγή ελάχιστης ενέργειας, υποκρύπτοντας και απαγορευμένες κατατμήσεις, αφού στο ίδιο ποτάμι παραχωρούνται συχνά περισσότερες άδειες.





Παραδείγματα ΜΥΗΕ στην Ήπειρο
Συχνά οι επενδυτές υπόσχονται θέσεις εργασίας και άλλα δελεαστικά ανταποδοτικά οφέλη προς τον τοπικό πληθυσμό, προκειμένου να κάμψουν την κοινωνική αντίδραση για τα δρομολογούμενα έργα ΑΠΕ και να τα παρουσιάσουν ως δήθεν θεμιτά για τον τόπο. Στην πράξη ωστόσο οι υποσχέσεις αυτές αποδεικνύονται ανεδαφικές, αφού οι κατασκευαστικές εταιρείες και οι ενεργειακοί κολοσσοί απασχολούν κατά κανόνα δικό τους προσωπικό στα έργα, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να θεωρείται πως υπάρχουν ανταποδοτικά οφέλη για την καταστροφή του περιβάλλοντος. Ούτε οι μελέτες των έργων συνιστούν συμβάσεις εργασίας, τις οποίες να μπορεί ο τοπικός πληθυσμός να αντιτάξει κατά των επενδυτών διεκδικώντας τις υποσχόμενες θέσεις εργασίας!
Ας διερωτηθούμε επίσης πόσο πράσινη είναι η «πράσινη ενέργεια» που παράγεται από έργα ΑΠΕ, αφού για την κατασκευή, τη μεταφορά, την εγκατάσταση και την απεγκατάστασή τους χρησιμοποιείται ενέργεια που παράγεται από ορυκτά καύσιμα, επομένως το πραγματικό περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα δεν είναι «πράσινο» ούτε αμελητέο. Απολύτως ατεκμηρίωτα αναφέρεται συνήθως στις μελέτες τέτοιων έργων και ότι βασικός στόχος τους είναι η υλοποίηση της συνεισφοράς της χώρας «στις παγκόσμιες και ευρωπαϊκές προσπάθειες για μείωση των αερίων του θερμοκηπίου και μετάβαση σε οικονομία μηδενικών εκπομπών άνθρακα», αποσιωπώντας προκλητικά ότι η συμβολή της Ελλάδας στους παγκόσμιους ρύπους είναι απειροελάχιστη έως μηδενική, γεγονός που καθιστά αναιτιολόγητη την καταιγιστική αδειοδότηση έργων ΑΠΕ στη χώρα μας και την αντιμετώπιση της Ελλάδας ως «παγκόσμιου ρυπαντή!». Αλλά και πέραν αυτών, η Στερεά Ελλάδα έχει προ πολλού υπερκαλύψει τους στόχους του ΕΣΕΚ για τη συμμετοχή της στην «πράσινη μετάβαση» και ήδη ο ΑΔΜΗΕ πραγματοποιεί από τις αρχές του 2024 συνεχείς περικοπές των ΑΠΕ, γεγονός που αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει καμία ανάγκη για περαιτέρω αδειοδότηση ενεργειακών έργων στη Σπερχειάδα, στη Φθιώτιδα και γενικά στη χώρα.
Τα ΜΥΗΕ εντάσσονται στις επαχθέστερες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα υδάτινα οικοσυστήματα στη χώρα μας σήμερα, από κοινού με τις δρομολογούμενες εκτροπές ποταμών και τις αντλησιοταμιεύσεις ακόμα και σε φυσικές λίμνες, όπως η λίμνη Τριχωνίδα. Φέτος η κατάσταση ξέφυγε από κάθε λογική καθώς δρομολογήθηκε εκ νέου η εκτροπή του Αχελώου, αλλά και το καινοφανές «Σχέδιο Εύρυτος», στο πλαίσιο του οποίου προτάθηκε η εκτροπή ακόμα δύο ποταμών: των Κρικελιώτη και Καρπενησιώτη από την Ευρυτανία προς τον Εύηνο και από εκεί προς την Αθήνα.
Ωστόσο ήδη από το μακρινό 1993, όταν κανείς ακόμα δεν μιλούσε για «κλιματική αλλαγή» και το φυσικό περιβάλλον στην Ελλάδα δεν είχε υποστεί την υποβάθμιση που γνωρίζει σήμερα, ο ν. 2118/93 εισήγαγε μέτρα για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας. Επομένως παρίσταται απαράδεκτη η εκτροπή ποταμών και η συνακόλουθη καταδίκη σε απερήμωση και ξηρασία οικοσυστημάτων και τοπίων μεγάλης φυσικής ομορφιάς και αξίας για τη «σωτηρία» της Αττικής μέσω της καταστροφής άλλων νομών της χώρας. Θα ήταν σοφότερο, αντί να εκτρέπουν ποτάμια, να επιδιώξουν οι διοικούντες την εφαρμογή πολιτικών που θα κρατήσουν τον πληθυσμό στην επαρχία με προοπτική και ασφάλεια, ώστε και η Αττική να αποσυμφορηθεί από τις τεράστιες ανάγκες της σε ζωτικούς πόρους, αλλά και η ελληνική ύπαιθρος να πάψει να μαραζώνει από την εγκατάλειψη.
Σήμερα, η προστασία των υδάτινων οικοσυστημάτων, συμπεριλαμβανομένων των βουνών, των δασών, των υδροβιότοπων, των ποταμών, του υδροφόρου ορίζοντα και των λιμνών, αποτελεί έναν από τους στόχους του ΟΗΕ για την Παγκόσμια Ανάπτυξη με ορίζοντα το 2030, γεγονός που καθιστά επιτακτική την υιοθέτηση δράσεων και πολιτικών που θα ενισχύσουν την προστασία του νερού ως του βασικότερου δημόσιου αγαθού και θα ενδυναμώσουν τη συμμετοχή των τοπικών κοινοτήτων στη βελτίωση της διαχείρισής του. Σημαντικότερη πηγή μόλυνσης του νερού παγκοσμίως θεωρείται οι ανθρωπογενείς επεμβάσεις. Παράλληλα, η φτώχεια, η ξηρασία, η αποψίλωση των δασών και η απερήμωση που προέρχεται από τη δέσμευση του νερού για τις ανάγκες έργων και επενδύσεων, αποτελούν καταλυτικούς παράγοντες για την εντεινόμενη συρρίκνωση των πηγών και του αποθέματος καθαρού ύδατος.
Όλα δείχνουν πως παρά τη ραγδαία τεχνολογική ανάπτυξη που γνωρίζει η ανθρωπότητα, το πλέον ζωτικό και στοιχειώδες αγαθό στον πλανήτη παραμένει ζητούμενο και διακύβευμα που χρησιμοποιείται για τη δημιουργία κάθε λογής εξαρτήσεων και κοινωνικο-πολιτικών αντιπαραθέσεων και για την εξυπηρέτηση σκοπιμοτήτων.

Σύμφωνα και με την πάγια νομολογία των δικαστηρίων, στο προστατευόμενο από το άρθρο 24 του Συντάγματος φυσικό περιβάλλον περιλαμβάνεται και το πόσιμο νερό. Το Σύνταγμα έχει αναγάγει το φυσικό περιβάλλον σε αυτοτελώς προστατευόμενο αγαθό, για τη διαφύλαξη του οποίου η πολιτεία έχει υποχρέωση να λαμβάνει ιδιαίτερα μέτρα. Καθιερώνεται επομένως Συνταγματικά κοινωνικό δικαίωμα στο περιβάλλον και αυτοτελές δικαίωμα στο νερό, η προσβολή των οποίων συνιστά παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του ατόμου, που του παρέχει τις προβλεπόμενες από το δίκαιο αξιώσεις για την άρση της και για αποζημίωση κάθε βλάβης σε περίπτωση μόλυνσης του νερού ή παρακώλησης της χρήσης του ή κατανάλωσης ακατάλληλου νερού.
Περισσότερο από ποτέ είναι σήμερα αναγκαία η συντονισμένη δράση για την αποτροπή της επικράτησης πολιτικών εχθρικών προς τον χαρακτήρα του νερού ως δημόσιου και κοινόχρηστου αγαθού και για την προάσπιση της οικολογικής ισορροπίας και της βιωσιμότητας των υδάτινων οικοσυστημάτων. Για όλους όσους συνειδητοποιούν την κρισιμότητα της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί με την αθρόα αδειοδότηση έργων ΑΠΕ παντού στη χώρα, είναι δεδομένο πως έχει έρθει η στιγμή να ενώσουμε δυνάμεις για να προστατεύσουμε τη φύση που μας περιβάλλει από ό,τι και όποιον απειλεί να της στερήσει την ομορφιά και τη ζωή και να στερέψει τα πεντακάθαρα νερά της.
Η πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έκρινε ότι είναι αδύνατη η ολοκλήρωση της διαδικασίας αδειοδότησης των πάσης φύσεως έργων εντός περιοχών natura και οικοτόπων για τους οποίους δεν υπάρχουν στόχοι διατήρησης, όπως συμβαίνει για το σύνολο των προστατευόμενων περιοχών στην Ελλάδα σήμερα, δικαίωσε περίτρανα τους ισχυρισμούς αυτούς, αφήνοντας έκθετους όλους όσους γνωμοδοτούν υπέρ έργων ΑΠΕ σε προστατευόμενους οικοτόπους.
Πιστεύουμε πως θα νικήσει η ζωή και πως ο τόπος αυτός, όπως και κάθε γωνιά της χώρας, θα παραμείνει όμορφος, βιώσιμος και ανέπαφος, όπως μας τον παρέδωσαν εκείνοι που προηγήθηκαν από εμάς και οφείλουμε να τον παραδώσουμε και εμείς με τη σειρά μας στις γενιές που θα έρθουν μετά από εμάς!
Καλούμε όλους να στηρίξουν την προσπάθεια ενάντια στην καταιγιστική αδειοδότηση ενεργειακών έργων στα δάση και στα νερά της Φθιώτιδας, που η εποχή μας τα παρουσιάζει ως «εκσυγχρονισμό» και ως δήθεν «πράσινη ανάπτυξη» και στην κατάργηση του δημόσιου αγαθού του νερού μέσω των δρομολογούμενων ΜΥΗΕ, που θα πλήξουν ανεπανόρθωτα οικοσυστήματα μοναδικής οικολογικής και αισθητικής αξίας, αφανίζοντας τα πλάσματα του βουνού και του δάσους που ζουν σε αυτά και καταδικάζοντας τον τόπο σε διαρκή οικολογική υποβάθμιση και μαρασμό. Σε συνθήκες εντεινόμενης κλιματικής αλλαγής τα έργα αυτά προκαλούν εξάντληση του υδάτινου δυναμικού της περιοχής, επιβαρύνοντας καθοριστικά πολύτιμα ποτάμια οικοσυστήματα, από τα οποία υδροδοτούνται οι πόλεις και τα χωριά μας, με όλη τους τη βιοποικιλότητα.
Η Σπερχειάδα είναι μία τοποθεσία ξεχωριστή για τη φυσική ομορφιά της, τα τοπία της και την ιστορικότητά της. Χρέος όλων είναι να διαφυλαχθεί η ιδιαίτερη ταυτότητα του τόπου όπως και κάθε τόπου της πατρίδας μας.
Αγωνιζόμαστε να μην στερέψουν τα βουνά μας από τα πλούσια, πεντακάθαρα νερά τους, να μην αφανιστούν τα μοναδικά τοπία με τα πυκνά ελατοδάση και τα πλατανοδάση που είναι κόσμημα και θησαυρός της Ρούμελης και κανένας τόπος να μην παραδοθεί στα σχέδια της καταστροφής.









