Το βιβλίο «Άρτιο κατά παρέκκλιση» του Θωμά Ψύρρα από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, είναι ένα έργο μυθοπλασίας που αξίζει να διαβαστεί.

Αφορά μια υπόθεση καταπάτησης δασικής έκτασης, κάπου στη Θεσσαλία, που προκάλεσε μια πολύχρονη δικαστική διαμάχη με ένα τεράστιο οικονομικό, οικογενειακό, ψυχολογικό αλλά κυρίως ηθικό κόστος για τον πρωταγωνιστή της ιστορίας, τον Θανάση, έναν απλό αγρότη που άθελά του βρίσκεται αντιμέτωπος με όλο το απερίγραπτο, απάνθρωπο φάσμα της διοικητικής παθογένειας και της διαφθοράς, με το πελατειακό κράτος, τις κατεστημένες υπαλληλικές εξαρτήσεις και τις καταναλωτικές λογικές της ελληνικής κοινωνίας.

Ο ήρωας της ιστορίας, με κάποια χρήματα που κερδίζει από την πώληση ενός κτήματος το οποίο δεν του απέφερε καθόλου έσοδα, έρχεται σε επαφή μέσω του γιου του με κάποιον μηχανικό, ο οποίος θα του πουλήσει ένα διαμέρισμα σε νεόδμητη πολυκατοικία με απεριόριστη θέα. Στο συμβόλαιο αναφέρεται πως η έκταση μπροστά από την κατοικία δεν δύναται να οικοδομηθεί, γεγονός που ωθεί τον ήρωα να αγοράσει το συγκεκριμένο ακίνητο, πιστεύοντας ότι στο υπόλοιπο της ζωής του μαζί με τη σύζυγό του και συμπαραστάτη του σε κάθε περίσταση, την Αγορίτσα, θα απολαμβάνουν μία ήσυχη και άνετη διαβίωση πλάι στη φύση και στο τοπίο.

Ώσπου μια μέρα καταφτάνουν μπουλντόζες και εργάτες και ξεκινάει η ανέγερση νέας οικοδομής ακριβώς μπροστά από το διαμέρισμά τους. Μαζί αρχίζει για τον Θανάση και ένας τεράστιος προσωπικός αγώνας, για να σώσει όχι μόνο την ιδιοκτησία του αλλά -πρωτίστως- το φυσικό περιβάλλον.

Ο ήρωας θα φτάσει στην ελληνική δικαιοσύνη για να αντιληφθεί πόσο εύκολα μπορεί να γίνει ο ίδιος θύμα μιας μηχανής που δεν διστάζει να ισοπεδώσει το παραδοσιακό λαϊκό ήθος στο όνομα μιας δήθεν «ανάπτυξης». Θα έρθει σε επαφή με δικηγόρους, μηχανικούς, πολεοδόμους, συμβολαιογράφους, κρατικούς υπαλλήλους, στελέχη κομμάτων, δημάρχους, νομάρχες, βουλευτές, υπουργούς, δικαστές, προκειμένου να αποδείξει την παρανομία της κοπής δεκάδων δέντρων από το παρακείμενο δάσος και ότι το σύνολο των κτισμάτων που έχουν ανεγερθεί στην περιοχή, συμπεριλαμβανομένου και του δικού του, είναι αυθαίρετα.

Ο αγώνας του είναι άνισος και σκληρός καθώς η άλλη πλευρά έχει τις «άκρες», τον «μηχανισμό» και όλο το διεφθαρμένο γραφειοκρατικό και πολιτικό «σύστημα» με το μέρος της. Παρ’ όλα αυτά και παρά τις παροτρύνσεις του γιου του και του συγγενούς του δικηγόρου να τα παρατήσει και να δεχτεί τα πράγματα ως έχουν, ο ίδιος δεν θα κάνει πίσω. Αποφασίζει να συγκρουστεί με όλους αυτούς που έχουν τα πόστα, που διοικούν, που χρηματίζονται, που «μιλιούνται», που είναι «στημένοι» και κυρίως, που αποφασίζουν για τον ίδιο και για το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει.

Τα δικαστήρια γίνονται το ένα πίσω από το άλλο. Ο Θανάσης, έχοντας συνειδητοποιήσει το μέγεθος της φαυλότητας και της αυθαιρεσίας μέσα στην οποία έχει βρεθεί, στην αρχή πιέζεται αφόρητα από το καθεστώς που έχει να αντιπαλέψει. Ωστόσο στην πορεία βρίσκει το θάρρος να αντιμετωπίσει όλους τους «γραβατωμένους» δικηγόρους, μηχανικούς, πολεοδόμους, εργολάβους, πολιτικούς, με κύριο μέλημά του να σωθεί το δάσος και η φύση από την παράνομη, αδίστακτη εκμετάλλευση.

Εξαιρετικά γλαφυρές είναι οι περιγραφές από το «κλίμα» στις δικαστικές αίθουσες:

«Μπήκαν ως και στην αυλή του σπιτιού μου και κοιτούσαν πέρα κατά τη θάλασσα.
“Ε, κυρ Θανάση, δεν σε κόβει και πολύ απ’ το αγνάντι! Μια χαρά θέα έχεις. Πασάς μου είσαι!” είπε ο πρόεδρος.
“Και ποιος σου είπε, κύριε πρόεδρε, πως τραβιέμαι στα δικαστήρια για το αγνάντι; Πάει αυτό. Εγώ κατήγγειλα πλαστογραφίες και παρανομίες αυτών που έβγαζαν οικοδομικές άδειες σε δασικά, σε αρχαιολογικά και χαλνούσαν τον τόπο. Η δουλειά σου είναι να δεις τις παρανομίες κι όχι αν έχω ή δεν έχω αγνάντι”.

“Έλα τώρα”, μου κάνει χαμογελαστός. “Κάτι καταλαβαίνουμε κι εμείς. Κι εσύ τα συμφεροντάκια σου κοιτάς”.
Ο Μπαζάνης γελούσε και με κοιτούσε ίσα στα μάτια να με κάνει να σκιαχτώ. Κι όλο έτρεχε δίπλα από τον πρόεδρο να τον ξηγάει ως μηχανικός τους χάρτες καταπώς τον βόλευε. Κι όλο έλεγε, χωρίς να αναφέρει το όνομά μου, ότι όσα κατήγγειλα ήταν από γινάτι και αναποδιά που μ’ έχτισαν μπροστά μια οικοδομή και μ’ έκοψαν το αγνάντι. Ότι οι καταγγελίες ήταν “προϊόν κακίας ανθρώπων αχρείων, πονηρών και συμφεροντολόγων…”.
Ποιος; Αυτός που ξερίζωσε εξήντα τέσσερα δέντρα για να ρίξει τσιμέντα! Κι έλεγε στον πρόεδρο ότι εδώ -στο μαύρο δάσος- υπήρχε χωριό πριν το 1923, γι’ αυτό και ήταν νόμιμη η οριοθέτηση που θα έδινε “ανάπτυξη” στον τόπο για το καλό όλων».

Ο ήρωας και αφηγητής είναι πάνω απ’ όλα άνθρωπος με αίσθημα ευθύνης και με οικολογική συνείδηση, θαυμαστής της φύσης απ’ την οποία έζησε μέχρι τα γεράματά του, ένας ζηλωτής της συνετής και συνεπούς βιωτής. Πάνω απ’ όλα είναι ένας γνήσιος εραστής της γης και των αγαθών που του χάρισε όλα τα χρόνια της ζωής του. Για τούτο και αποφασίζει δυναμικά να δώσει τον κρίσιμο αγώνα, ώστε το δάσος της περιοχής να συνεχίσει να χαρίζει την ομορφιά και τους καρπούς του σε όλους όσους, όπως ο ίδιος, μπορούν ακόμα να κοιτούν τη φύση με μάτια ανόθευτα και να συνειδητοποιούν τη βαθιά και αιώνια αξία που κλείνει ό,τι αγαθό κληρονομήσαμε και οφείλουμε να το μεταδώσουμε ανέπαφο στις γενιές που θα έρθουν μετά από εμάς.

Τούτα προκύπτουν και από τα ίδια τα λόγια του ήρωα μέσα από τις σελίδες του βιβλίου:

«Ήθελα να τους ρωτήξω αν σήκωσαν την κεφαλή στον ουρανό να μετρήσουν τ’ άστρα, αν έκατσαν μια νύχτα στην αστροφεγγιά να θαμάξουν το γάλα της Παναγίας, να καμαρώσουν το ουράνιο τόξο μετά τη βροχή, αν μύρισαν το χώμα μετά απ’ τη βροχή, αν έστησαν αυτί να ακούσουν το μουγκανητό της γελάδας, το αλαφροπερπάτημα της αλεπούς, το γάβγισμα του σκύλου από μακριά. Ήθελα να τους ρωτήξω αν έλαβαν χαρά απ’ το σγαρδέλισμα της καρδερίνας στο αγκάθι, το κελάησμα του αηδονιού στα σκοτεινά φύλλα, αν είδαν το σκορδαλό να χάνεται στο φως, αν έκατσαν πλάι στην πηγούλα να χαρούν το κελάρυσμα του νερού στην πέτρα, αν άκουσαν τα δέντρα να παίρνουν ανάσες απ’ τη φουσκοδεντριά. Αν… αν… Γιατί αν, μία και μόνη φορά στη ζωή τους, ένιωσαν ετούτη τη βαθεία χαρά, δε γίνεται να μην καταλαβαίνουν ότι όλοι, άνθρωποι, ζώα, δέντρα και τα στοιχεία όλου του κόσμου, είμαστε ενωμένοι σε μία ψυχή. Ότι η φύση είναι η ψυχή ολονών μας. Αν ένιωσαν μία και μόνη φορά αυτή τη βαθεία χαρά, θα ξέρουν ότι η “ανάπτυξη” και η “αξιοποίηση” του κάθε Μπαζάνη είναι έγκλημα μέγα».

Το βιβλίο είναι μια άσκηση ευαισθησίας και ταυτόχρονα μια κραυγή αγωνίας για την περιρρέουσα, κυρίαρχη αντίληψη των πραγμάτων τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού και τις αρχές του 21ου αιώνα. Σε μεγάλο βαθμό αποτελεί μια καίρια επισήμανση πρωτίστως για το ανέφικτο της πραγματικής τιμωρίας όσων βλάπτουν και καταστρέφουν τα δάση και τη φύση, αλλά και για την πηγαία ανάγκη να παλεύουμε γι’ αυτά, ακόμη και όταν δεν γνωρίζουμε το αποτέλεσμα του αγώνα μας:

«Άκου… Δεν ξέρω το πώς εσύ εννοείς το Δίκιο. Αλλά άμα βγαίνει από το δικό μου στόμα αυτή η λέξη -θέλω να το ξέρεις-, τη λέω με το Δ κεφαλαίο -μεγάλο «Δ». Πολύ μεγάλο. Μέγιστο ως με τον κόσμον όλον, κι ακόμα μεγαλύτερο. Γιατί άμα ο κόσμος δεν είναι από Δικαιοσύνη φτιαγμένος, τότες για ποιο λόγο έγινε; Τι με κοιτάς; Σιγά τις φιλοσοφίες που λέω.
Η Δικαιοσύνη είναι που μας κρατεί στον κόσμο, αυτή είναι η δύναμις που κρατεί ζυγιασμένα κι αρμονικά τα πάντα, τόπους, ουρανούς, άστρα, φυτά, ζωντανά κι ανθρώπους. Όλα. Σ’ τα λέω αυτά για να καταλάβεις πως, άμα έχεις όρεξη ν’ ακούσεις, καταπώς λες, θα δεχτείς ετούτη την αρχή. Γιατί εγώ έτσι ερμηνεύω τον κόσμο…».

Μια ιστορία για την ηθική υπεροχή του ανθρώπου που παλεύει ακόμα και απέναντι σε ένα φαινομενικά ανίκητο και άκαμπτο σύστημα, ξέροντας πως έχει το δίκαιο με το μέρος του και ταυτόχρονα ένα ψυχογράφημα για τη δύναμη της μεγαλοψυχίας και τη μεγαλοθυμίας ενός αγράμματου ανθρώπου που κατάφερε να ξεσκεπάσει τη φαυλότητα και τη δυσωδία όλων των «γραμματιζούμενων» και των κρατούντων που έπρεπε να αντιμετωπίσει.

Τίτλος: Άρτιο κατά παρέκκλιση
Συγγραφέας: Θωμάς Ψύρρας
Εκδότης: Μεταίχμιο
Σελ. 224, ISBN: 978-618-03-3758-7

(πηγές: metaixmio.gr, diastixo.gr, bestprice.gr)

Σχολιάστε